φτύνω

φτύνω
(αόρ. έφτυσα) μετ. , αμετ. плевать; харкать;

φτύνω αίμα — а) харкать кровью; — б) перен. потом и кровью добиваться чего-л.;

§ φτύνω στον κόρφο μου — плюнуть через левое плечо (от дурного глаза);

οΰτε να φτύσεις απάνω του он недостоин даже твоего плевка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φτύνω" в других словарях:

  • φτύνω — και φτω έφτυσα, φτύστηκα, φτυσμένος 1. βγάζω από το στόμα μου σάλιο ή πτύελο. 2. πετάω σάλιο στο πρόσωπο κάποιου σε εκδήλωση αηδίας ή αποστροφής: Δεν αξίζει ούτε να φτύσει κανείς επάνω του. 3. μτφ., περιφρονώ, αποστρέφομαι κάποιον: Τι να τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φτύνω — φτύνω, έφτυσα βλ. πίν. 1 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φτύνω — πτύω, ΝΜΑ, και λόγιος τ. πτύω και φτυώ και φτω Ν, και κατά τον Ησύχ. ψύττω Α 1. βγάζω από το στόμα μου σάλιο, εκπτύω, αποπτύω (α. «φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι», Σολωμ. β. «καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῡ», ΚΔ) 2. (γενικά) βγάζω από το… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • αποκοτταβίζω — ἀποκοτταβίζω (Α) 1. εκτοξεύω ό,τι έχει απομείνει στο ποτήρι του κρασιού, παίζω κότταβο* 2. φτύνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < από * + κοτταβίζω «παίζω τον κότταβο*, φτύνω»] …   Dictionary of Greek

  • εμπτύω — (AM ἐμπτύω) φτύνω κάποιον στο πρόσωπο για να εκφράσω περιφρόνηση, μίσος, απέχθεια, βδελυγμία αρχ. φτύνω μέσα σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • καταχρέμπτομαι — (Α) φτύνω πάνω σε κάποιον ή σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χρέμπτομαι «καθαρίζω τον λαιμό μου και φτύνω»] …   Dictionary of Greek

  • περιπτύω — Α φτύνω κάποιον ή κάτι από παντού, τόν σιχαίνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + πτύω «φτύνω»] …   Dictionary of Greek

  • προπτύω — Α φτύνω μπροστά μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πτύω «φτύνω»] …   Dictionary of Greek

  • προσπτύω — Α 1. φτύνω προς κάποιον, ιδίως ως εκδήλωση περιφρόνησης και βδελυγμίας («προσπτύειν πρὸς τὸ πρόσωπον», Υπέρ.) 2. (μτβ.) α) αποβάλλω κάτι φτύνοντας («προσπτύειν ἰόν», Ιεροκλ.) β) (για θάλασσα) ρίχνω στην ακτή, ξεβράζω 3. μτφ. αποστρέφομαι,… …   Dictionary of Greek

  • σίαλο — και σίελο, το / σίαλον και σίελον, ΝΜΑ το σάλιο αρχ. ιξώδες και κολλώδες υγρό στις αρθρώσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σι τού αοριστ. τ. που παραδίδει ο Ησύχ. σίαἱ πτύσαι (πρβλ. πτύω / φτύνω) + επίθημα αλον (πρβλ. πέτ αλον, πτύ αλον). Πρόκειται για… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»